αινίγματα
Άγκαθο, καλάγκαθο καλαγκαθένιο το μαντρί και κόκκινα τα γίδια (το ρόδι)
Από ψηλά γκρεμίζεται, πέφτει και δε ραγίζεται (η βροχή)
Ανεβαίνει κατεβαίνει και χωρίς να τρώει παχαίνει, μοναχά στριφογυρίζει κι η κοιλίτσα της γεμίζει (η κουβαρίστρα)
Είμαι, είμαι, μα τι είμαι. Σαν με πεις παύω να είμαι (το μυστικό)
Γούρνα μου πελεκητή μαρμαρένια και χυτή, που έχεις μαύρα ψάρια μέσα και γλυκό κρασί (το καρπούζι)
Απάνω κόφτει, κάτω κόφτει στη μέση κόρη, λέει και λέει (γλώσσα και δόντια)
Ανεβαίνει, κατεβαίνει και στη ίδια θέση μένει (το στόμα)
Τόσο βαρύ σα σίδερο, τόσο γλυκό σα μέλι, ούτε στο χέρι πιάνεται ούτε στην τσέπη μένει. (ο ύπνος)
Αν με κυνήγι πάντα ζω, τουφέκι δε βαστάω ψαράς δεν είμαι, μα παντού τα δίχτυα μου τα στήνω (η αράχνη)
Είκοσι καλογεράκια, όλα έχουνε σκουφάκια (τα δάχτυλα)
Ουρά έχει, πουλί δεν είναι, μα στην ουρά δυο μάτια έχει. (το ψαλίδι)
Γαϊδουρίτσα φορτωμένη, σε σπηλίτσα πάει και μπαίνει (το κουτάλι με το φαγητό)
Άκου το και που είναι το στα δέντρα τριγυρίζει (ο αέρας)
Άμα τη δέσω, περπατεί, κι άμα τη λύσω, στέκει (η αναπνοή)
Η πλάτη μου είναι ξύλινη και η κοιλιά μου τριχωτή. (βούρτσα)
Άψυχο ψυχή δεν έχει, και στον ουρανό πηγαίνει. (καπνός)
Ίσιο είναι σαν κερί, κι η φωνή του βροντερή. (τουφέκι)
Χιλιοτρύπητο λαγήνι που σταλιά νερό δε χύνει. (σφουγγάρι)
Άσπρη με βάζουν στη φωτιά και μου μαυρίζει ο πισινός κι απ' τη δική μου την κοιλιά τρώει ο κόσμος όλος (η κατσαρόλα)
Περνώ στεριές και θάλασσες, ρωτάω και απαντώ κι όμως καθόλου δε μιλώ. (το γράμμα)
Μια μητέρα φτερωτή κάνει παιδί αφτέρωτο και
το αφτέρωτο παιδί γεννά μητέρα φτερωτή. (η κότα και το αυγό)
το αφτέρωτο παιδί γεννά μητέρα φτερωτή. (η κότα και το αυγό)
Πίσω απ' άσπρο φράχτη κόκκινο σκυλί γαβγίζει. (η γλώσσα και τα δόντια)
Κολοκύθι επτάτρυπο, κάθε τρύπα κι όνομα. (το πρόσωπο)
Από έξω είναι αγκαθωτό κι από μέσα μαλλιαρό κι από μέσα από το μαλλί μια μπουκιά καλή (το κάστανο)
Την ημέρα στολισμένο και τη νύχτα φορτωμένο. (κρεβάτι)
Ήλιος δεν είναι, ακτίνες έχει, πόδια δεν έχει και όμως τρέχει. (η ρόδα)
Έχω τρία βόδια: το ένα τρώει και ποτέ δε χορταίνει. Το άλλο κοιμάται και ποτέ δεν ξυπνά. Το τρίτο φεύγει και ποτέ δε γυρνά. (η φωτιά, η στάχτη, ο καπνός)
Από μάνα κόκκινη μαύρο παιδί γεννιέται (ο καπνός)
Από κάτω απ’ το πλακάκι κάθεται το Νικολάκι, πόδια έχει, χέρια έχει, κεφάλι και ουρά δεν έχει (ο κάβουρας)
Χωρίς φωνή, χωρίς κορμί, χωρίς φτερά, αλλά ακούγεται καλά. (ηχώ, αντίλαλος)
Από κοντά σου έρχομαι. Φαΐ, ψωμί, δε σου γυρεύω (ο ίσκιος)
Χωρίς πόδια, χωρίς χέρια ζωγραφίζει και αστέρια. (παγωνιά)
Όποιοι έρχονται και πάνε, απ' το χέρι την κρατάνε. (πόρτα)


0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου